Ημερολόγιο Σμηνίτου 1986

Ημερολόγιο Σμηνίτου 1986

 

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙO ΣΜΗΝΙΤΟΥ 1986

19 Μαίου 1986: Ο χαιρετισμός μου ήταν ζωηρός κι αποτελεσματικός και δεν άφηνε περιθώρια για κριτική. Έμαθα να λύνω και να συναρμολογώ το ημι-αυτόματο Μ1 τουφέκι με κάνικα μηδέν κόμμα τριάντα σε χρόνο ρεκόρ. Στερέωνα με δύναμη το κοντάκι στον ώμο μου και τα βράδια εξέταζα με υπερηφάνεια και ευγενική περιφρόνηση την σκούρα μελανιά που είχα αποκτήσει. Περπατούσα στητά, δήλωνα εθελοντής στην κουζίνα κι ο νευρώδης χαιρετισμός μου σε συνδυασμό με την άψογη στάση μου αποσπούσε πιο πολλά κομπλιμέντα από τις φουσκάλες στον ελληνικό καφέ.

“Καμμία ειδική μεταχείρηση για τον γιο”, ήταν η φράση-κλειδί. Την νύχτα  που ολοκληρώθηκε η στρατιωτική  μου προπαίδευση, οι αρχηγοί των  τριών σωμάτων ξενύχτησαν για  ν’αποφασίσουν το μέλλον μου. ΄Ηθελαν  να με στείλουν σε κάποια μονάδα που θα ήταν αποδεκτή από τις εφημερίδες, σε κάποιο μέρος που θ’αντιπροσώπευε την κόλαση επί της γης. Υπάρχει μια παροιμία που λέει: “Με ξένου κώλο κάνουμε όλοι τον πούστη”.

20 Μαίου. Ένα C-130 μεταγωγικό αεροπλάνο, που αναχώρησε στις πέντε και τριάντα το πρωί με μετέφερε σ’ένα απομονωμένο νησί του Βορείου Αιγαίου. Από ψηλά, το νησί έμοιαζε με φεγγάρι σχεδιασμένο από ένα τετράχρονο παιδί. Η επιφάνεια του είναι σκληρή και τραχειά, χωρίς δέντρα, γεμάτη κατσάβραχα και γκρίζες μυτερές πέτρες που προεξείχαν στον ουρανό, σαν σπασμένα παιχνίδια. Αυτό το νησί ήταν τόσο αρχαίο που μερικοί κάτοικοί του είχαν μετοικήσει απέναντι στην Τροία, πριν καν αυτή ονομασθεί έτσι. Σύντομα όμως θα μάθω ότι η θάλασσα και οι παραλίες της Λήμνου είναι από τις πιο εκθαμβωτικές της Ελλάδας και ότι τα πιτσιρίκια κολυμπάνε στο λιμάνι το ίδιο, όπως στα παλιά Ελληνικά σινεμά.

΄Ισως θα είναι εδώ, σκέφθηκα, σ΄αυτό το άγριο  τοπίο, που θα μπορέσω να κερδίσω  κι εγώ λίγη από την δόξα του  πατέρα μου.

Κάποιος επονομαζόμενος “Σειρά” με καλωσόρισε στο στρατόπεδο. Φορούσε μια πετσέτα τυλιγμένη στην μέση του, σαγιονάρες και ένα πηλίκιο της αεροπορίας. Μου υποκλίθηκε σαν Εγγλέζος υπηρέτης και μου έδειξε το κρεββάτι μου. Το πρόσωπό του είχε ζωηρό κόκκινο χρώμα, το σώμα του ήταν άτριχο, παραφουσκωμένο σαν ζυμάρι και οι ρώγες του στήθους του είχαν έντονο καφέ χρώμα. Τα μάτια του ήταν σχιστά σαν γάτας και οι φαβορίτες του ήταν ξυρισμένες λοξά, ένα μυστικό σημάδι αντίστασης. Περισσότερο έμοιαζε με ολογράφημα γυμνού άντρα παρά πραγματικός. Αυτή η μονάδα, εκτός από μέλη εξτρεμιστικών πολιτικών οργανώσεων, μανιοκαταθλιπτικούς και ναρκομανείς, αποτελούσε και το μέρος εξορίας για αδελφές.(ομοφυλόφιλους)

Την πρώτη νύχτα που ήμουν ξαπλωμένος στην κουκέτα μου στο τρίτο  επίπεδο και οι παλιές μάλλινες κουβέρτες παρήγαγαν την γνώριμή τους μυρουδιά, θυμήθηκα την γυναίκα που καθόταν απέναντί μου στο C-130, όταν με μετέφερναν εδώ. Ήταν γύρω στα τριάντα και έδειχνε αμήχανη, δεν μπορούσε να σταματήσει να στριφογυρίζει στην θέση της: ίσιωνε την φούστα της, έβαζε και τα δύο χέρια πίσω από το κεφάλι, και, που και που περνούσε τα δάχτυλά πάνω στα χείλια της. Την φανταζόμουν να βάζει τα χέρια πίσω από την πλάτη της, με τους αγκώνες να προεξέχουν σαν χερούλια κούπας, να λύνει το σουτιέν της, τα στήθια της να ξεχύνονται πάνω στις ανοιχτές μου παλάμες. Κατακλύστηκα από επιθυμία, μια επιθυμία που κατέπνιξα ξαπλώνοντας μπρούμητα.

Με  τα χέρια κολλημένα στα πλευρά μου κοίταξα έξω από το παράθυρο. Φώτα τρεμόπαιζαν σε κάποιο μοναστήρι του Αγίου Όρους, που διακρινόταν πέρα από το Αιγαίο. Οι μοναχοί κάτι θα έπρεπε να γιορτάζουν. Ίσως να ήταν αυτό το μοναστήρι που γέννησε πριν από τετρακόσια χρόνια την ομφαλοσκοπική αίρεση, τους αφαλομπανιστηρτζήδες που έβρισκαν αφορμές να γιορτάζουν με το παραμικρό. Ίσως γιόρταζαν την άφιξή μου σε τούτο το νησί. Ήταν κάτι που άξιζε την ομφαλοσκοπική θεώρηση των πραγμάτων.

21 Μαίου. Στα ντους πάντα τα ίδια: πεσμένα πέη, σηκωμένα πέη, πέη παραφουσκωμένα με ούρα και άλλα που έπεφταν προς τ’αριστερά, άλλα προς τα δεξιά και άλλα καλά κεντραρισμένα σαν σταματημένο εκκρεμές. Ακόμα, καρουμπαλιασμένα πέη, πέη που έμοιαζαν με βατράχια που κρυφοκοιτάζουν από το σπίτι τους, άλλα που ήταν χαλαρά, περιτομημένα ή καλυμένα με το εξωτερικό πετσάκι, άλλα ανοιγμένα σαν άγκυρες, φαρδειά σαν μανιτάρια, άλλα χοντρά στην βάση τους ή μακριά σαν σωλήνες.

Μόλις μας πήραν παρουσίες, ο Διοικητής  της μονάδας με κάλεσε στο γραφείο  του. Από τον τρόπο που απέφευγε την ματιά μου, καταλάβαινα ότι  φοβόταν τον ανώτερό του, τον  πατέρα μου. Πιθανότατα να είχε αφαιρέσει  από το γραφείο του οποιοδήποτε ενοχοποιητικό στοιχείο θα μπορούσα ν’ αναφέρω στον πατέρα μου, όπως το πορτραίτο του πρώην Βασιλέα, ένα έντυπο της δεξιάς παράταξης, ή μια σβάστικα. Είχε σκούρα μαλλιά, ήταν αυστηρός και πατρικός και είχε ένα λεπτό μουστάκι, η μόδα του οποίου είχε περάσει από τότε που έπεσε το Γ΄ Ράιχ. Ο Διοικητής ήταν υποστηρικτής των δικτατόρων, αυτών που είχαν βάλει στην φυλακή τον πατέρα μου, όταν ήμουν παιδί. Αναρωτιόμουν αν ο ίδιος προσωπικά είχε πάρει μέρος την βραδιά του πραξικοπήματος όταν συνέλαβαν τον πατέρα ή άν ήταν ένας από τούς πολλούς που απλά παρίσταντο.

Μου δήλωσε ότι ήταν πολύ χαρουμένος που  με είχε εκεί, ότι η παρουσία μου  τόνωνε το ηθικό των άλλων, ότι  ήμουν ό πρώτος που δήλωσε εθελοντικά να έρθει σ’ αυτήν την μονάδα, και μακάρι και οι γιοί των άλλων πολιτικών να έδιναν το ίδιο παράδειγμα. Μετά από αυτήν την σπάνια απόδοση τιμής στο ιδιαίτερο άτομό μου, μου αποκάλυψε ότι ο μόνος μη επιτευχθείς στόχος στην ζωή του μέχρι τώρα ήταν να γίνει στρατιωτικός ακόλουθος στο Βερολίνο. Μάλλον ήθελε να πάρει αυτήν την μετάθεση μέσω του γραφείου του πατέρα μου, αλλά στάθηκα στητός με τα χέρια πίσω από την πλάτη και τα πόδια ανοιχτά σε θέση ανάπαυσης και κοιτάζοντας ίσια μπροστά, δεν είπα κουβέντα. Βλέποντας ότι δεν απαντούσα μου είπε για το αυτοκίνητό του, ίσως για να καλλιεργήσει κάποια, μεταξύ συναδέλφων, συντροφικότητα. Αυτά τα αυτοκίνητα, κατασκευασμένα από την εταιρεία Bavarian Motors, ήταν μηχανές ακριβείας. Με κοίταξε, ανέπνευσε βαθειά, έγειρε το κεφάλι πλάγια και με ρώτησε αν ήμουν διατεθειμένος να κάνουμε μια συμφωνία: Να μην του κάνω την ζωή δύσκολη – μ’άλλα λόγια να μην δίνω αναφορά στον πατέρα μου τι γινόταν στην μονάδα – κι εκείνος δεν θα μου φερόταν μ’εύνοια, αφού είχε μάθει ότι αυτό ήταν το ζητούμενο.

Το  χλωμό του χέρι ήταν κρύο και στεγνό.

Επειδή  είχα μεταπτυχιακό στα Οικονομικά, μου έδωσε ένα γραφείο κάτω από το υπόστεγο και μου ανέθεσε  τον ρόλο του ταμία των προμηθειών- εγώ έκανα κουμάντο στα χρήματα. Η καρέκλα μου είχε ρόδες σαν  αυτή που είχα στο γραφείο μου  όταν ήμουν τελειόφοιτος στο πανεπιστήμιο, στην Αμερική. Το πάτωμα του υπόστεγου μύριζε λάδια μηχανής.

Την πρώτη κιόλας ημέρα ένας λοχίας μπήκε  αεράτα στο γραφείο μου και  μου δήλωσε ότι χρώσταγε σ’ενα  χωρικό την αξία δύο προβάτων. Δύο  παρθένων προβάτων. Ο βοσκός είπε ότι πέθαναν κατα την διάρκεια κτηνοβασίας τους από ένα δικό μας σμηνία. Ο λοχίας μου είπε ότι ο Διοικητής δεν ήθελε αυτό ν’ ακουστεί πιο έξω. ΄Ανοιξα το πακέτο με τα εκατό χαρτονομίσματα των χιλίων δραχμών και του μέτρησα σαράντα τέσσερα, είκοσι δύο για κάθε πρόβατο. Κάτω από την στήλη που έγραφα “χρεώσεις” έγραψα σαράντα τέσσερις χιλιάδες δραχμές.

΄Ανοιξα στα δύο μια λιγδερή τυρόπιτα που είχα αγοράσει για πρωινό για  να διαπιστώσω αν ήταν καλά ψημένη. Δεν  ήταν. Μέσα ήταν ασπριδερή και σαρκώδης. Παρόλα αυτά την δάγκωσα για να γευθώ την έντονη γεύση της ταγγισμένης φέτας. Μετά, με τα λαδωμένα μου δάχτυλα έπιασα το μολύβι 2Η και κάτω από την στήλη παρασχεθείσες υπηρεσίεςσημείωσα “διάφορα”.

3 Ιουνίου. Σήμερα ο Διοικητής ανέθεσε σε δύο άντρες να με προσέχουν. Υπήρχε μια φήμη ότι ένας φανατικός δεξιός, μέλος της οργάνωσης 4η Αυγούστου που μισούσε τον πατέρα μου, ήθελε να με πνίξει στον ύπνο μου, ίσως για να σκοτώσει τον πατέρα μου από την πίκρα που θα του έφερνε ο θάνατός μου. Ο φανατικός σίγουρα δεν ήξερε καλά τον πατέρα μου. Οι δύο νεοσύλλεκτοι που τους ανατέθηκε να με προσέχουν ήταν αμήχανοι. Ήταν νεώτεροί μου και κοιμόντουσαν στις κουκέτες από κάτω μου. Η συμφωνία ήταν περίεργη: ούτε αυτοί ούτε κανένας άλλος δεν ήξερε τι έπρεπε ακριβώς να κάνουν και έτσι, όταν πήγαινα να φυλάξω σκοπιά χάζευαν κάτω στην κεντρική αυλή και κάπου κάπου μου έρριχναν μια ματιά για να δουν ότι είμαι καλά. ΄Οταν εκτελούσα χρέη ταμία κάτω από το ανακαινισμένο υπόστεγο, κάπνιζαν και καταβρόχθιζαν τυρόπιτες. ΄Οταν ήμουν υπηρεσία στην κουζίνα έπιαναν συζήτηση με τον μάγειρα, τσιμπολόγαγαν ψωμί και έπιναν ζεστή σοκολάτα. Όταν περιπολούσα τον διάδρομο του αεροδρομίου κατά την διάρκεια της βάρδιας του νεκροταφείου – που την ονομάζαμε “γερμανική βάρδια”- κοιμόντουσαν. Πολύ σύντομα, αντί να είμαι σαν τους άλλους σμηνίτες, έγινα ο Σμηνίτης Αρλεκίνος, ο τρόμπας που χρειαζόταν φύλαξη ανάμεσα σε εκατοντάδες σμηνίτες. Οι δύο σωματοφύλακες μου αρνήθηκαν να κάνουν οτιδήποτε άλλο από το να βρίσκονται δίπλα μου, ισχυριζόμενοι ότι η αποστολή τους ήταν να με προσέχουν. Ούτε σκοπιές, ούτε καλλιόπες, ούτε μεταμεσονύχτιες βάρδιες. Είχαν μια βασιλική αποστολή: εμένα. Ήθελα να τους πω ότι η εξουσία,ειδικά εκείνη που αντλείται από κάποιο τρίτο, διαφθείρει. Σίγουρα ήταν βολικό να εκμεταλλεύεται κανείς τα προνόμια του. Αυτό σήμαινε ότι έβρισκες το καλύτερο τραπέζι στην ταβέρνα, το φρεσκότερο ψάρι, το καθαρότερο κρασί, τις πιο κόκκινες τομάτες, τζάμπα εισητήρια για τις πρεμιέρες και δεν χρειαζόταν να περιμένεις ουρά για να μπεις στο φέρυ-μπόουτ τις περιόδους αιχμής. Αλλά, μην το συνηθίσεις γιατί θα κακομάθεις. Ένα μήνα μετά που τους είχαν βάλει στην υπηρεσία μου, τους μετέθεσαν σ’ άλλη μονάδα. Ανακουφίστηκα. Ποτέ δεν πίστεψα ότι κάποιος ήθελε να με πνίξει ενώ κοιμόμουν την νύχτα. Αλλά η ζημιά είχε γίνει. Οι άλλοι νεοσύλλεκτοι με κοιτούσαν παράξενα, ενδιαφέρονταν για την κάθε μου κίνηση. Από εκεί που ήθελα να περνάω απαρατήρητος, τώρα αισθανόμουν ότι με παρακολουθούσαν για να δούν πότε θα κάνω κάτι λάθος, πότε θα χαλάρωνα, πότε θα έδειχνα ότι δεν μπορούσα να τα βγάλω πέρα, ότι τελικά ήμουν γνήσιος γιος του πατέρα μου, διεφθαρμένος από την εξουσία και την βαρειά της κληρονομιά. Ήθελαν να σπάσω. Όχι ακόμα, έλεγα στον εαυτό μου. Του κερατά, όχι ακόμα.

10 Ιουνίου. Πιστεύω ότι κάποιος κατώτερος θεός αποφάσισε να μου παίξει ένα παιχνίδι. Τυχαία, διάλεξε κάποιον που γεννήθηκε στις ΗΠΑ και του έδωσε το επίθετο του πατέρα μου – το επίθετο ένος επιφανούς ΄Ελληνα πολιτικού- του έδωσε και την Αμερικανική συνείδηση της μητέρας μου και μετά τον έβαλε σ’αυτό το ψηλόλιγνο, κοκκαλιάρικο κορμί για να δει ποιά θα ήταν η εξέλιξή του. Κάποιος άλλος που δεν ήμουν εγώ, έπαιζε τον ρόλο του γιού του πατέρα μου. Κάποιος άλλος φοράει κάθε πρωί την γαλάζια στολή, κάποιος άλλος γυάλισε τις μπότες του τέλεια, σαν καθρέφτη, κάποιος άλλος ξύρισε το στεγνό του πρόσωπο με παγωμένο νερό, κι όλα αυτά για να προστατεύσει την φήμη του πατέρα του – και ίσως και τη δική του, όλο και μικότερη προοπτική να γίνει διάσημος.

Όταν  βρισκόμουν στην ηλικία της αφέλειας, ο πατέρας μου είπε ότι κάπου  εκεί έξω, στον κόσμο, υπήρχε ο δίδυμός μου. Συνήθιζε να δείχνει με το δάχτυλο κάποιο παιδί μέσα σ’αυτοκίνητο ή λεωφορείο και να λέει, “Νάτος ο δίδυμός σου!” Τεντωνόμουν, κοίταζα σαν τρελλός και ευχόμουν να μπορούσα να τον συναντήσω. Τώρα εδώ τον είχα ανάγκη. Ένα δίδυμο που θα γινόταν μεγάλος και τρανός έτσι όπως με ήθελε να γίνω η μητέρα μου. Όντας υπήκοος δύο χωρών θα τον άφηνα να πάρει μέρος στις εκλογές της Αμερικάνικης Γερουσίας ή του Ελληνικού Κοινοβουλίου. ΄Ισως τον άφηνα να κατέβει υποψήφιος κόντρα στον πατέρα μου, έτσι για να δώ αν θα τον ξεπερνούσε. Και ενώ ο δίδυμός μου θα στεκόταν σε στάση προσοχής ή θα καθάριζε καμπινέδες, όντας ο τέλειος στρατιώτης που θα περίμεναν όλοι, εγώ θα κολυμπούσα απέναντι και, μουσκεμένος μέχρι το κόκκαλο, θα ξάπλωνα δίπλα στους μικρούς ομφαλοσκοπικούς μοναχούς που μένουν στο Άγιον Όρος. Θά έδειχνα τον αφαλό μου και θα τους εξηγούσα για τα πράγματα που δίνουν νόημα στη ζωή μας, όπως το φουσκωμένο γυναικείο στήθος που ακουμπάει σε μια αντρική παλάμη, την γεύση του ζεστού κέικ σοολάτας με βανίλια παγωτό ή τον βαθύ αναστεναγμό μιας γυναίκας από την γειτονική κάμαρα μέσα στην σκοτεινή ανήσυχη νύχτα.

18 Ιουνίου. Βρήκα ένα μικρό πουλί, καρφωμένο από τις φτερούγες του στην κολώνα του ΟΤΕ, έξω από τους κοιτώνες της μονάδας. Το κεφαλάκι του έγερνε από την κολώνα σαν σταυρωμένος Χριστός του ζωικού βασιλείου. Ο Ιωάννου φώναζε ότι αν έπιανε τον τύπο που το έκανε θα του’σπαγε τα μούτρα. Το έλεγε και το εννοούσε. Τον ζήλεψα. Μακάρι να μπορούσα κι εγώ να απειλώ, και να φωνάζω στους άλλους έτσι. Αλλά το να διαπληκτίζομαι δεν ήταν από τα κύρια χαρακτηριστικά μου. Οι κακοί τρόποι χάνουν ψήφους. Ο Ιωάννου ήταν εικοσιπεντάρης, με σώμα σαν ντουλάπα, μεγάλα μάτια και ένα μεγάλο εκφραστικό πρόσωπο. Δυσκολευόμουν να καταλάβω πως διατηρούσε τους δικέφαλούς του σε τόσο καλή κατάσταση μια και δεν έκανε σχεδόν τίποτα και όλη μέρα καθόταν, έτρωγε, έπινε και συζητούσε. Ο χαιρετισμός του ήταν πάντα χαλαρός. ΄Εχωνε το ένα του πατζάκι μέσα στην μπότα και το άλλο το άφηνε απ΄έξω. Καμμιά φορά ξεχνούσε να ξυριστεί. Οι επιπλήξεις βούιζαν γύρω από το κεφάλι του σαν τις μύγες που διαρκώς περιτριγυρίζουν τα αχαμνά των γαϊδουριών. Τον Ιωάννου τον είχαν εξορίσει εδώ επειδή ο αξιωματικός στην βασική εκπαίδευση είχε πει        ότι ήταν κακοποιό στοιχείο. Δεν προσπαθούσε ν’ αποδείξει τίποτα, ήθελε απλά να επιβιώσει τα δύο χρόνια της υποχρεωτικής στρατιωτικής θητείας, όπως άλλωστε και οι περισσότεροι εδώ πέρα.

Μ’  ένα μαχαίρι, μαζί με τον Ιωάννου, βγάλαμε τα καρφιά από την κολώνα του ΟΤΕ και μετά, χρησιμοποιώντας  πέτρες, ανοίξαμε μια μικρή τρύπα  στο χώμα, μακριά από τους κοιτώνες. Ο Ιωάννου και ο Σειράς ένωσαν τα χέρια τους και σχημάτισαν ένα κρεββατάκι για το πουλί, και μετά τα ύψωσαν προς τον γκρίζο ουρανό. Ο Ιωάννου είπε μια παράξενη προσευχή για το κοινό ριζικό ζώων και ανθρώπων, για την λύτρωση από την σκλαβιά των αναγκών μας, και μετά ακούμπησαν το πουλί απαλά μέσα στην τρύπα. Το σκεπάσαμε με μια στίβα πέτρες. Για πολλή ώρα μετά ο Ιωάννου παρέμεινε σιωπηλός. Αργότερα με ευχαρίστησε που παρευρέθηκα στην ταφή.

30 Ιουλίου. Σήμερα παρέλαβα ένα δέμα με θρυματισμένα σοκολατένια μπισκότα τυλιγμένα σε αλουμινόχαρτο και τον τελευταίο τόμο της ζωής του Τρότσκυ. Μου τα έστειλε η Ντανιέλ, η μελλοντική μου πρώην φιλενάδα από την Αμερική. ‘Σ΄αγαπώ, μου λείπεις, σε χρειάζομαι’, μου έγραφε. Μάθαινε Κινέζικα. Τα Κινέζικα ιδεογράμματα δεν μπορείς να τα βάλεις σε λεξικογραφική διάταξη όπως το αλφάβητο. Για να βρεις ένα βιβλίο σε κινέζικη βιβλιοθήκη έπρεπε να ζητήσεις από τον βιβλιοθηκάριο να θυμάται την θέση του απ’εξω. Δεν υπήρχαν πληκτρολόγια κομπιούτερ, επειδή χρειαζόσουν ένα πλήκτρο μόνο του για κάθε ιδεόγραμμα. Το μικρότερο πληκτρολόγιο είχε οκτώ χιλιάδες σύμβολα, χρησιμοποιώντας συνδυασμούς με τα πλήκτρα των γραμμάτων και τα πλήκτρα alt, shift και ctrl. Αυτά ήταν τα νέα από το Δυτικό Μέτωπο.

Υπέγραφε  στα κινέζικα το όνομά της. Το έγραφε μ΄ένα ροζέ μαρκαδόρο με μύτη που έγραφε σαν πινέλο. Σε κάποιο σύμβολο υπήρχε μια απότομη καμπύλη που μου θύμισε τα λυγισμένα της γόνατα που ξεπετάγονταν σαν ακρίδα, σαν να καθόταν πάνω μου.

4 Ιουλίου. Για την επέτειο της Αμερικανικής επανάστασης κάλεσα για φαγητό τον Ιωάννου και τον Σειρά στην Μύρινα. Το ψάρι σε αυτό το ξεχασμένο νησί είναι άφθονο. Μόλις ο ταβερνιάρης μας έφερε τα μπαρμπούνια και τους έβαλε μπόλικο λαδολέμονο, έσκυψε και μας ρώτησε:

“ Ποιός από σας είναι ο γιός του Πρωθυπουργού;” Και οι τρείς ανασηκώσαμε τους ώμους μας και τότε εγώ έδειξα τον Ιωάννου, που άρχισε να συζητά μαζί του την πολιτική κατάσταση. Ο ταβερνιάρης, δαγκώνοντας ένα ολόκληρο κρεμμύδι σαν να ήταν μήλο, είπε στον Ιωάννου ότι ήταν ίδιος ο πατέρας μου και ότι η μύτη του ήταν μεγάλη σαν του παππού μου, που τον είχε γνωρίσει το 1937 στο γειτονικό νησί της Λέσβου. Ο Ιωάννου μιλούσε χωρίς να παραλείπει να τρώει. Είχε πέσει με τα μούτρα στο ψάρι. Του’φαγε τα μάγουλα, μασούλαγε τα σπάραχνα, ρουφούσε ένα γκρίζο υγρό και λιπαρό πράγμα και μετά έφτυσε τα σκληράδια των ματιών τους. Πάνω στο τραπέζι φαντάζαν σαν δύο χάντρες από κομπολόι.

Όταν  γυρίσαμε με το τζιπ, ζήτησα από τον  Ιωάννου ν΄αναλάβει για λίγο την  δουλειά μου. Δέχθηκε. Αν και δεν  μου έμοιαζε καθόλου, σκεφτόμουν ότι ίσως να ήταν ό χαμένος δίδυμός μου από τα παλιά.

Πίσω  στην μονάδα, ο Ιωάννου και ο  Σειράς αποφάσισαν να οργανώσουν πάρτυ  για την επέτειο της 4ης Ιουλίου  και προσκάλεσαν την Λίζα, την  μυθική γυναίκα που ικανοποιούσε τις ανάγκες όλων των αντρών της μονάδας. ΄Αρρωστη η καταπονημένη, ήταν πάντοτε πρόθυμη να ικανοποιήσει και τα πιο περίεργα γούστα. Η Λίζα μας ήταν φτιαγμένη από ένα σκουπόξυλο και τέσσερα μαξιλάρια. Κάναμε ένα κύκλο γύρω απ’ αυτήν και τον Σειρά.

“Ρούφα  τα υγρά του, Λίζα, αρρωστιάρα γυναίκα!”

“Πάρ’ τα παιδιά μου στην μούρη σου, Λίζα!”

“΄Ελα, Λίζα, μάγισσα, έλα!”

Ο Σειράς την “πέρασε” στον διπλανό  του, κι εκείνος στον επόμενο, και  ο καθένας μας την φίλησε με τον δικό του ιδιαίτερο τρόπο. ΄Οταν τελειώσαμε και τα φώτα έσβησαν, ο Ιωάννου και ο Σειράς έμειναν στην από κάτω κουκέτα αγκαλιασμένοι. Σε λίγο ακούστηκε το τρίξιμο του κρεββατιού του Σειρά. Αναρωτήθηκα τι χρώμα άραγε να ήταν η αγάπη τους. ΄Ισως το χρώμα της μελανιάς ή ίσως το βαθυκόκκινο, πορφυρό χρώμα που έχουν τα καθίσματα των θεάτρων. Το πρωί, ένα φορτηγό τροφοδοσίας σταμάτησε ακριβώς έξω απ’ το ανοιχτό μου παράθυρο. Οι στρατιώτες ξεφόρτωναν διάφορα: καλάθια ξέχειλα από κατακόκκινα ραπανάκια και ψωμί από τον φούρνο του χωριού, που μοσχομύριζε φρέσκο ζυμάρι και γλυκάνισο. Ξύπνησα πεινασμένος. Και με μια τρελλή επιθυμία για την Λίζα.

6 Ιουλίου. Ο πατέρας μου εμφανίστηκε το βράδυ στην τηλεόραση. Η συνέντευξη ήταν για την θέση της γυναίκας στην Ελλάδα. Το πανδαιμόνιο στην κεντρική αίθουσα μετατράπηκε σ΄ένα πνιγμένο μουρμουρητό καθώς διάφορα κεφάλια γύριζαν προς το μέρος μου. Κάνοντας ότι δεν δίνω σημασία, τσιμπολογούσα μόνος μου τ’ απομεινάρια της γεμιστής πιπεριάς με κομματάκια φέτα τυρί. Άραγε όλοι αυτοί αναρωτιόντουσαν πώς είναι να βλέπεις τον πατέρα σου στην τηλεόραση; Με ζήλευαν; Εύχονταν να ήταν και ο δικός τους πατέρας στην τηλεόραση; Νόμιζαν ότι αυτό μου άρεσε; Το πρόσωπο του πατέρα μου έπλεε σαν ολόγιομο φεγγάρι πάνω από τ’άσπρο του κολλάρο. Μια νεαρή ξανθή γυναίκα καθόταν μπροστά του και το κόκκινό της φόρεμα πλημμύριζε όλη την οθόνη. Έκανε τις ερωτήσεις με κομμένη την ανάσα. Μόλις τελείωσε η συνέντευξη λέει μια φωνή : “Θα την μπουζουριάσει στο καμαρίνι και θα την πηδήξει”.

“Σκάσε ρε,” λέει κάποιος άλλος.  Όλοι με κοιτάνε.

Ο δίδυμος μου κι εγώ αγωνιζόμασταν  ν’ ανταλλάξουμε θέσεις.

Κοίταξα αυστηρά προς την κατεύθυνση της  φωνής. Όλο το δωμάτιο σιώπησε.

“Την  έχει ήδη πηδήξει”, λέω, ξαφνιάζοντας όχι μόνο τον εαυτό μου αλλά και όλους τους υπόλοιπους. Ξαφνικά  ο πάγος έσπασε. ΄Ενα ατέλειωτο  χειροκρότημα και τρανταχτά γέλια  ξεσπούν στην αίθουσα. Γι’αυτά που είπα; Για τον κυνισμό; Επειδή αντιτάχθηκα στο είδωλο της Ελλάδας; Είμαι σαν κεραυνός. Κάτι ραγίζει μέσα μου. Τον πούλησα τον πατέρα; Ή μήπως τον εκδικήθηκα;

Την ώρα που ξυριζόμουν το επόμενο  πρωί, θυμήθηκα τον πατέρα μου στην τηλεόραση. Αντί να ξυριστώ κόντρα, όπως ήταν ό σωστός στρατιωτικός τρόπος, ξύρισα τις φαβορίτες μου λοξά, προς το αυτί, μια μικρή ένδειξη επανάστασης έναντι του καθεστώτος.

23 Ιουλίου. Ο δωδεκάχρονος γιος του δεύτερου υπολοχαγού μας πέθανε σήμερα από ηλεκτροπληξία. Η κεραία της τηλεόρασης ακουμπούσε στον εξωτερικό σωλήνα του ντους και το νερό έστειλε το ρεύμα κατ΄ευθείαν στο κεφάλι του. Ο πατέρας του περιδιάβαινε την βάση άκαμπτος, σαν γνήσιος στρατιώτης, αλλά μπορούσες να διακρίνεις ένα δισταγμό στα βήματά του, σαν συνεχώς ν’άλλαζε γνώμη για την κατεύθυνση που ήθελε ν’ ακολουθήσει. Ο πόνος είναι άδειος από κάθε χρώμα και οσμή, σαν γραμμή του ορίζοντα από ασετυλίνη. Όποτε πέρναγε από μπροστά μας, τον χαιρετούσαμε δυνατά, σε ένδειξη συμπαράστασης

Ο Ιωάννου είπε μια ειδική προσευχή για τον γιο και ζήτησε απ’όλους εμάς στην μονάδα να κρατήσουμε δεκαπέντε λεπτά σιγή. Σταθήκαμε σε στάση προσοχής και ο Ιωάννου στητός, σαν το είδος του στρατιώτη που δεν ήταν. Αυτά τα πράγματα έρχονταν φυσικά στον Ιωάννου, όπως η ικανότητα να διατάζει, να οργανώνει τα εγερτήρια και να θάβει βασανισμένα πουλιά. Αυτές οι ικανότητες προέρχονταν από κάπου μέσα του και λειτουργούσαν μηχανικά, χωρίς σκέψη. Είχε την στόφα των αρχηγών. Αντιπροσώπευε αυτό ακριβώς που οι άνθρωποι περίμεναν να είναι ο γιός ενός πολιτικού.

Ενώ στεκόμασταν σιωπηλοί, σκεπτόμενοι  το ρεύμα που διαπέρασε το βρεγμένο σώμα του αγοριού, είπα στον εαυτό  μου ότι δεν θα ήθελα να πάω  στον άλλο κόσμο μ’ αυτόν τον  τρόπο. Εγώ ήθελα να πεθάνω κατά την  διάρκεια ενός πολέμου. Ίσως αυτό να μου έδινε λίγη δόξα. Α, επίσης θα ήθελα, ο θάνατός μου να προκαλέσει σε κάποιον πολύ πόνο.

4 Αυγούστου. Επειδή σήμερα ήταν η επέτειος μιάς εξτρεμιστικής πολιτικής συνείδησης ο διοικήτής μ’ έβαλε να φυλάξω σκοπιά σε ένα απομεμακρυσμένο σημείο, κοντά στην θάλασσα, “γι’ ασφάλεια”. Όρθιος, να ψήνομαι στους 35 βαθμούς και χωρίς ίχνος σκιάς, μου ερχόταν να πετάξω κάτω το όπλο μου, να τεντώσω τα πόδια, να βάλω προσκεφάλι το κράνος μου και ν’αποκοιμηθώ. Αλλά δεν γινόταν. Από ένα μαντρί πίσω μου ξεπηδούσε μια έντονη μυρουδιά τυρίλας. ΄Ισως να ήταν το πικρό άρωμα των ανεξέλεγκτων πολλαπλών οργασμών που ανέδιναν εκατοντάδες κατσίκες, μάλλον η μυρουδιά αυτή που στην Κρήτη ονομάζεται θράσα.

Ενώ χάζευα ένα γλάρο να βουτάει στην επιφάνεια της λαμπερής θάλασσας, εμφανίστηκε ο Ιωάννου κρατώντας ένα μπουκάλι ρετσίνα. “Σκέφθηκα να περάσω μια βόλτα”, μου είπε. Το μέτωπό του γυάλιζε και το πουκάμισο ήταν ανοιχτό. Ακούμπησε στον τοίχο του μαντριού, άναψε τσιγάρο και μου είπε ότι είχε βαρεθεί να κάθεται σκοπός. Είχε αφήσει το όπλο του μέσα στην σκοπιά. Η εγκατάλειψη της σκοπιάς και του όπλου σήμαινε ποινή εξάμηνης παράτασης στον στρατό. Δεν έπρεπε ν’ανησυχώ, μου είπε.

“Εσύ  μπορείς να τριγυρίζεις εδώ πέρα με τ’αρχίδια σου έξω”, μου είπε, “αρχίδια μεγάλα σαν τον  Όλυμπο”. Αν είχε πατέρα τον δικό μου, θα υποχρέωνε τον διοικητή να του σερβίρει σολωμό και σαμπάνια για πρωινό, τα βράδια θα τον έβαζε να του κάνει μασάζ στην πλάτη και ίσως, να του ζήταγε να του στέλνει γυναίκες από την πόλη, που το κάνανε για ένα πεντοχίλιαρο. “Αλλά εσύ”, συνέχισε, “τρίβεις τις κατσαρόλες της κουζίνας μέχρι να γυαλίσουν σαν τα μάτια της γάτας. Δηλώνεις εθελοντής στην “γερμανική” περίπολο, στις πυροσβεστικές ασκήσεις, στο μάζεμα των σκουπιδιών και στο καθάρισμα της αίθουσας του σισσιτίου. Τα νεκροταφεία είναι γεμάτα με άντρες που έκαναν καλές πράξεις και πηδούσαν λιγότερο από μιά φορά τον μήνα”.

Δεν είχε ιδέα για τον δύσβατο δρόμο  της δόξας.

Ακούστηκαν  κουδούνια προβάτων. Ο Ιωάννου  πετούσε πέτρες στην θάλασσα.  Ήπιαμε ρετσίνα. Η θάλασσα κυμάτιζε σαν  την άσφαλτο που την βλέπει κανείς μέσα από την θολούρα της εξάτμισης ενός τζετ. Η σκόνη ήταν κοκκινωπή, σαν από ηφαίστειο. Ούτε λειχήνα, ούτε χορτάρι ούτε λίγη πρασινάδα. Μόνο κόκκινη σκόνη και γκρίζες πέτρες. Ο Ιωάννου δεν ήξερε πως να συμπεριφερθεί στην σκοπιά, τέτοια πράγματα ήταν αντίθετα στον τρόπο ζωής του. Καθισμένος στην πέτρινη μάντρα μου θύμιζε μια δεμένη φάλαινα, σαν αυτές που βλέπουμε στην τηλεόραση να ξεβράζονται στις ακτές της Τεγκουσιγκάλπα ή στα Κανάρια νησιά, χωρίς λόγο, και οι ντόπιοι να γιορτάζουν το γεγονός τρώγοντάς την.

Ξύπνησα από ένα ροχαλητό. Το  δικό μου. Ενώ έδενα τα κορδόνια  των αρβυλών μου ο Ιωάννου  μου είπε ότι ονειρεύτηκε ψητό  χταπόδι και ρόκα πασπαλισμένη  με σκληρό κίτρινο τυρί. Έθετε  ερωτήσεις εφάμιλλες του Επίκουρου.  Πόσα γεύματα άραγε μας απομένουν στην ζωή μας; Πόσα ακόμα ποτήρια κρασί και εισπνοές τσιγάρων; Πόσες φορές πηδάει κανείς στην ζωή του; Χίλιες; Δύο χιλιάδες; Πόσα χρόνια ζούμε; Ογδόντα; Πόσο καιρό παραμένουμε νεκροί; Χίλια χρόνια; Ένα εκατομμύριο; Γι΄αυτό κάθε ώρα που περνάμε κοιτάζοντας τις σκονισμένες μπότες μας και περπατώντας πάνω κάτω σ’αυτήν την στείρα γη είναι πληγή, μου είπε. Και να θυμάσαι ότι κάθε ώρα πληγώνει εκτός από την τελευταία, γιατί αυτή, αχ, αυτή η τελευταία σκοτώνει.

Την επόμενη μέρα ο Διοικητής κάλεσε τον Ιωάννου και τον έστειλε στην Αθήνα μ΄ενα C-130 μεταγωγικό αεροπλάνο. Στα δύο χρόνια στρατιωτικής θητείας του Ιωάννου ο Διοικητής πρόσθεσε άλλους έξι μήνες, επειδή εγκατέλειψε την σκοπιά του. Από την Αθήνα τον στείλανε στο Διδυμότειχο, ένα μέρος τόσο κοντά στην Τουρκία που μπορούσες να ακούσεις τους Τούρκους να δένουνε τα κορδόνια των αρβυλών τους.

Εμένα δεν με κάλεσε ο Διοικητής. Μ’ αρχίδια  μεγάλα σαν τον Όλυμπο να κρέμονται  πάνω από το κεφάλι μου, ποιός τολμούσε να μ’άγγίξει; Θα μπορούσα να ζητήσω από τον Διοικητή να είναι επιεικής και να κρατήσει εδώ τον Ιωάννου. Θα μπορούσα να του ζητήσω να αγνοήσει τα παραπτώματά του. Αλλά μπορεί να είχε μάθει ότι κι εγώ έκανα αυτά που έκανε ο Ιωάννου, ότι είχα βγάλει τις αρβύλες μου και οι ιδρωμένες κάλτσες μου μού δρόσιζαν τα πόδια, μπορεί να του μύριζα ρετσίνα, και δεν ήθελα να δώσω δικαίωμα στον Διοικητή, ούτε και στον μελλοντικό μου βιογράφο να ξεσκεπάσει κανενός είδους στίγματος στην συμπεριφορά μου. Εν ολίγοις, των πούλησα.

30 Σεπτεμβρίου. Κατά την διάρκεια του βραδυνού φαγητού έξι F-16 βούτηξαν με τρομακτική ταχύτητα από τον ουρανό και πάρκαραν στα υπόστεγα που μπορούσαν, μας είχαν πει, ν΄αντέξουν στα χτυπήματα και των πιο σύγχρονων όπλων. Οι μηχανές τους μούγκριζαν, τσίριζαν σε ψηλή συχνότητα και μετά, η μία μετά την άλλη έσβησαν. Οι πιλότοι έβλεπαν πορνο-βίντεο μέχρι τις 4 το πρωί και μετά έβαλαν ξανά μπρός τις μηχανές και επιστρέψαν στο Βέλγιο. Μπορούσα να φανταστώ τις συχνότητες των ραντάρ τους να επικεντρώνονται στον αφαλό μιας γυναίκας.

Ο Σειράς, που σπάνια μιλούσε από τότε που είχε φύγει ο Ιωάννου και δεν χόρευε πια με την πετσέτα του, μας είπε ότι οι Τούρκοι είχαν ένα όπλο που αντιλαμβανόταν τις μεταβολές του φωτός. Ένας πύραυλος που εκτοξεύθηκε από το Μπουντρούμ μπορούσε να πετάξει από πάνω μας, διασχίζοντας τον ηλόλουστο ελληνικό εναέριο χώρο και μετά, ανιχνεύοντας την τεράστια σκοτεινή τρύπα του υπόστεγού μας, να βουτήξει προς τα κάτω, να εισβάλλει στα καταλύματά μας και να εκραγεί.

΄Ισως κάποιος κάποτε, να κατασκευάσει ένα  ραντάρ που να καταγράφει την καρδιά του στρατιώτη. Ένα φασματικό ραντάρ με οθόνη μεγάλη σαν τοίχο, που θ’ απεικονίζει με χρώματα, ανάλογα με την ένταση, την μοναξιά και την νοσταλγία.

Ο Σειράς ξύπνησε μέσα στην νύχτα φωνάζοντας το όνομα του Ιωάννου. Πήγα κοντά  του.

“Τα πράγματα θα μπορούσαν να είναι χειρότερα”, του είπα.

“Πόσο χειρότερα;”

“Μόλις  έγινα τριάντα”, απάντησα. Ο Σειράς, αποκαλώντας με ΄παλιόγερο΄ έκλαψε για πολλή ώρα στην αγκαλιά  μου.

5 Οκτωβρίου. Σήμερα ανανέωσα τον κατάλογο των παιδιών με διάσημους πατεράδες. Χάρις στην Ντανιέλ, η πιο πρόσφατη προσθήκη μου στην λίστα ήταν ο Λιόβα, ο πρωτότοκος του Τρότσκι, που επονομαζόταν “ο μικρός γιος ενός μεγάλου πατέρα”. Κατά την διάρκεια του Ρώσικου εμφυλίου πολέμου ο Λιόβα έφερνε στο σπίτι, κρυμμένο στα μανίκια του κουρελιασμένου του σακακιού, μια φρέσκια φρατζόλα ψωμί για τον πατέρα του. Μετά την επανάσταση, επειδή απεχθανόταν τα προνόμια, αρνιόταν να ταξιδεύει μαζί με τον πατέρα του μ’ αυτοκίνητο. Κατετάγη εθελοντικά στις ομάδες εργασίας που καθάριζαν τους δρόμους της Μόσχας από το χιόνι, επιδιόρθωνε μηχανές τραίνων και δίδασκε στην ύπαιθρο καταπολεμώντας τον αναλφαβητισμό. Αναρωτιόμουν μήπως κι ο Λιόβα ήταν άλλος ένας χαμένος δίδυμός μου. Η λίστα ήταν χωρισμένη σε δύο μέρη:

Διάσημα παιδιά διασήμων πατεράδων

Άμις, Μάρτιν (Κίνγκσλευ)

Φόντα, Τζέιν (Χένρυ)

Μπρίτζες, Τζεφ (Λόυντ)

Ντάγκλας, Μάικλ (Κέρκ)

Άγνωστα παιδιά διασήμων πατεράδων

Ο γιος του Μπομπ Χόουπ

Ο γιος του Μάρλον Μπράντο

Ο γιος του Τσώρτσιλ

Ο γιος του Τρότσκι

Ο γιος του Γιουλ Μπρύνερ

1 Νοεμβρίου. Στο περβάζι του παραθύρου των κοιτώνων μας το άδειο κουφάρι μιας μύγας χτυπιόταν στο ελαφρύ απογευματινό αεράκι. Την έπιασα από τα φτερά και την πέταξα στα σκουπίδια. Θα έκανε ποτέ κάτι τέτοιο ένας μεγάλος άντρας; Θα ανησυχούσε για το που θ’αναπαύετο μια ψόφια μύγα; Σκούπιζαν οι μεγάλοι άντρες ποτέ τα πατώματα των κοιτώνων; Δέχονταν διαταγές; Είχαν πάντοτε λευκά στρατιωτικά μητρώα; Στέκονταν σε στάση προσοχής και χαίρονταν την πειθαρχία;

Φανταζόμουν την μητέρα μου να δείχνει στις φίλες της μια φωτογραφία μου  από τον στρατό και να λέει: “Δεν είναι απίθανος; Μα, δεν είναι μεγάλος;”

5 Δεκεμβρίου. Για να πάρει την θέση μου ο δίδυμός μου πρέπει να και να γνωρίζει την γλώσσα των εξειδικευμένων οικονομικών – όπως το ελάχιστο οριακό κόστος, τις λογαριθμικές παλινδρομήσεις, και το θέωρημα του Σταθερού Σημείου του Κακουτάνι. Θα έπρεπε να του αρέσει η βαριά μυρουδιά των ανθισμένων αμυγδαλιών την άνοιξη, να τον συγκινεί ο τρόπος που ένας σκύλος σε κοιτάει λοξά όταν δεν καταλαβαίνει, το βαθύ μωβ χρώμα ενός πένθιμου μανδύα και η δύναμη με την οποία σπάνε τα κύματα στην ακτή.

Έπρεπε  να μπορεί να φαντασθεί τον Τρότσκυ  να μιλάει στο πρώτο Σοβιέτ, τον  Ουώλτ Ουίτμαν να φροντίζει πληγωμένους  στρατιώτες, τον Τζάκομπο Τίμμερμαν  να περπατάει μέσα στο κελί του  στην Αργεντινή και τον Μάλκολμ  Εξ στο Χάρλεμ. Θα έπρεπε να αισθάνεται άνετα κοιτώντας τα τεράστια συγκεντρωμένα πλήθη από το μπαλκόνι και θα πρέπει να λατρεύει δύο φωτογραφίες: αυτήν που ο αέρας σηκώνει το φουστάνι της Μαίριλυν Μονρόε και αυτήν που δείχνει τον παππού του να υψώνει την Ελληνική σημαία πάνω από την Ακρόπολη.

10 Δεκεμβρίου. Η τελευταία μέρα της θητείας μου στην Λήμνο με βρήκε δυόμιση κιλά βαρύτερο απ’ όταν είχα πρωτοέρθει αλλά απεριόριστα ελαφρύτεροο ψυχολογικά. Τα χαρτιά μου έδειχναν ένα άψογο μητρώο. Κανένα πειθαρχικό παράπτωμα η στίγμα, πράγμα που θα χαροποιήσει ιδιαίτερα τον μελλοντικό μου βιογράφο. Ο Διοικητής με χαιρέτησε στρατιωτικά. Η αναχώρηση μου ήταν ανακούφιση και για τους δυό μας.

Ενώ στεκόμουν στην πύλη και περίμενα να υπογραφούν τα χαρτιά της αποχώρησής μου, μαζεύτηκαν διάφοροι Λημνιοί έξω από την μονάδα. Από τις εξόδους μου είχα γνωρίσει αρκετούς. Μερικοί πιάστηκαν από το κοτετσόσυρμα της πύλης και με παρακολουθούσαν μέσα από τα μεγάλα παράθυρα της σκοπιάς. ΄Αλλοι κάπνιζαν, κτυπούσαν τα πόδια τους και βύθιζαν το κεφάλι στα ανασηκωμένα τους κολλάρα.,

Όταν  βγήκα έξω με περικύκλωσαν. Μου  μιλούσαν όλοι συγχρόνως, με χτυπούσαν  στην πλάτη, μου έδιναν χειραψίες  και μου ζητούσαν να φιλήσω τον  πατέρα μου εκ μέρους τους. Μου είπαν  ότι για δεκαετίες ολόκληρες  αυτό το νησί ήταν η άχρηστη γη για τους ανεπιθύμητους πολίτες. Η εκκλησία τους έστελνε ιερείς-παιδεραστές, το Υπουργείο Παιδείας δασκάλους που δεν ήξεραν να διαβάζουν και το Υπουργείο Δημόσιας τάξης αστυνομικούς που ήταν κλέφτες. ΄Ηταν σίγουροι ότι και μόνο η παρουσία μου εκεί είχε αντιστρέψει την κατάσταση. Ο τουρισμός είχε ανέβει και το νησί τους συζητιόταν. Από τότε που είχε έρθει ο πατέρας μου είχαν καινούριο κέντρο υγείας και σχολείο, μου είπαν. Οι δρόμοι ήταν ασφαλτοστρωμένοι. Οι συνταξιούχοι του ΟΓΑ έκαναν κανονικά τις ακτινογραφίες στήθους τους, και γι’ όλα αυτά ήθελαν να γυρίσω αμέσως πίσω και να ευχαριστήσω τον “σοσιαλισμό” του πατέρα μου. ΄Ετσι όπως στεκόμουν ανάμεσά τους, φορώντας την στολή μου, ένιωθα σαν να ήμουν κάποιος αρχηγός ανταρτών του χίλια εννιακόσια κάτι που βρισκόταν σε περιοδεία στην επαρχία, χαιρετώντας και φιλώντας ανθρώπους. Είπα στον εαυτό μου να μην παρασύρομαι,ότι όλο αυτό ήταν μέρος της δουλειάς μου η οποία δεν ήταν τίποτ΄ άλλο από το να είμαι ο γιος του πατέρα μου.

Ιανουαρίου 1987. Γιόρτασα την Πρωτοχρονιά μέσα στο Πεντάγωνο, το νέο μου πόστο για τον υπόλοιπο διάστημα της θητείας μου, τρώγοντας ραβανί και πίνοντας ούζο σε ένα γραφείο. Αποφάσισα ότι μάλλον θ’ αργούσα ακόμα να γίνω μεγάλος άντρας και γι’αυτό καλά θα έκανα να εκμεταλλευτώ αυτήν την λανθάνουσα εξουσία που είχα και να διαολοστείλω τους μελλοντικούς μου βιογράφους. Αργότερα εκείνο το βράδυ, ελαφρά μεθυσμένος, κάνοντας βόλτες στο σχεδόν άδειο κτίριο, μπήκα στο γραφείο των μεταθέσεων όπου προετοίμασα, με το καλύτερο επίσημο τρόπο, χαρτιά μετάθεσης για τον Ιωάννου και τον Σειρά. Τα χαρτιά απαιτούσαν την άμεση μεταφορά τους στον πανέμορφο νησί της Ρόδου. Θα υπογράφονταν στις 3 Ιανουαρίου από τον ίδιο τον Υπουργό Αμύνης, τον πατέρα ημών, τον εν τοις ουρανοίς.

Leave a Reply