Στις 14 Μαρτίου 1921, στην περιοχή Σαρλότενμπεργκ του Βερολίνου, ένας εικοσιτετράχρονος έβαλε το πιστόλι του στον κρόταφο ενός άντρα και τράβηξε τη σκανδάλη φωνάζοντας: «Εκδικούμαι το θάνατο της οικογένειάς μου!» Ο Σογκομόν Τελιριάν είχε μόλις σκοτώσει τον Ταλάτ Πάσα, πρώην υπουργό Εσωτερικών της Τουρκίας, κύριο αρχιτέκτονα του σχεδίου εξόντωσης εκατομμυρίων Αρμενίων.
Κατά την περίοδο της σφαγής το καλοκαίρι του 1915, ο τότε Αμερικανός πρέσβης Μόργκενταου έκρουσε πολλές φορές τον κώδωνα κινδύνου, ζητώντας από την αμερικανική κυβέρνηση μια δυναμική παρέμβαση, για να σταματήσει το «συστηματικό σχέδιο εξόντωσης του αρμενικού λαού». Οι Τούρκοι είπαν ότι κανένας δεν έχει δικαίωμα να επεμβαίνει στα εσωτερικά τους.
Πράγματι, εκτός από μια δήλωση, οι Αμερικανοί και οι Σύμμαχοι δεν έκαναν τίποτα για να σταματήσουν τους Τούρκους. Μερικά χρόνια αργότερα όμως, οι Άγγλοι, παρά τις σθεναρές αντιρρήσεις των Αμερικανών, σύστησαν ένα δικαστήριο για τους «εγκληματίες πολέμου», όπως τους ονόμασαν τότε. Μετά από πίεση των Άγγλων, το 1919 ο Σουλτάνος μάζεψε διάφορους εκτελεστές, κρέμασε το νομάρχη Κεμάλ Μπέη και καταδίκασε τον αρχηγό της αστυνομίας σε δεκαπέντε χρόνια φυλάκιση. Είχαν σκοπό να συστήσουν και ένα διεθνές δικαστήριο στο Μούδρο της Λήμνου, αλλά ο Ατατούρκ έπιασε μερικούς Άγγλους στρατιώτες και τους αντάλλαξε με τους Τούρκους εγκληματίες πολέμου που ήταν στις αγγλικές φυλακές, και το θέμα θεωρήθηκε λήξαν.
Τη δίκη του Τελιριάν στο Βερολίνο την παρακολουθούσε από μακριά ένας Πολωνοεβραίος ονόματι Λέμκιν, πρωτοετής φοιτητής στην Νομική Σχολή του Λβοβ. Προς μεγάλη του έκπληξη, έμαθε ότι δεν υπήρχε νόμος σύμφωνα με τον οποίο θα μπορούσε να είχε συλληφθεί ο Τούρκος εγκληματίας, διότι, όπως έγινε γνωστό στο δικαστήριο, δεν υπήρχε νόμος ο οποίος απαγορεύει σε ένα κράτος να εξοντώνει τους πολίτες του. Ο Αρμένιος κρίθηκε δικαιολογημένα «παράφρων» και αφέθηκε ελεύθερος.
Μετά από αυτό, ο Πολωνοεβραίος Λέμκιν έκανε σκοπό της ζωής τη δημιουργία μιας διεθνούς νομοθεσίας που θα απαγόρευε τη μαζική σφαγή πολιτών από το ίδιο τους το κράτος. Αρχικά κανένας δεν πήρε στα σοβαρά το μικροκαμωμένο, ενοχλητικό φοιτητή από την Πολωνία. «Τι μπορούμε να κάνουμε», του έλεγαν, «όταν σφάζονται λαοί τόσο μακριά μας; Πώς θα βοηθήσει ένας νόμος;»
Ο Λέμκιν μελέτησε όλων τις σφαγές της Ιστορίας, ξεκινώντας με την καταστροφή της Μήλου από τους Αθηναίους. Τη δεκαετία του τριάντα συγκέντρωσε όλους τους νόμους που υιοθετούσε ο Χίτλερ και αφορούσαν τους Εβραίους. Διαισθανόμενος τι επεδίωκε ο Χίτλερ, προσπάθησε να προειδοποιήσει τους Εβραίους γύρω του, ξεκινώντας φυσικά από την οικογένειά του. Ο πατέρας του απάντησε: «Γιατί να ασχοληθεί μ’ εμένα ο Χίτλερ, έναν απλό φούρναρη στην Πολωνία;» Ο ίδιος όμως, σίγουρος για το τι θα ακολουθούσε, προέτρεψε την οικογένειά του να φύγει. Δεν τον άκουσαν. Εξαιρετικά απογοητευμένος, έφυγε μόνος του για την Αμερική. Ως το 1944 εξοντώθηκαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης και τα σαράντα εννέα μέλη της ευρύτερης οικογένειάς του. Το έγκλημα όμως ακόμα δεν είχε ονομασία.
Ο Λέμκιν πίστευε στη δύναμη των λέξεων πάνω απ’ όλα. Πώς έπρεπε να ονομαστούν οι πράξεις των Γερμανών; Αποεθνοποίηση; Γερμανοποίηση; Πώς να οριστεί η προσπάθεια εξόντωσης μίας και μόνο μερίδας του λαού βάσει της θρησκείας ή της εθνότητας; Μαζική σφαγή; Και αν δεν είναι σφαγή, αλλά καίνε μόνο τα χωριά και διώχνουν τον κόσμο; Ο Λέμκιν, λάτρης της γλώσσας (μιλούσε δώδεκα) ήθελε να εφεύρει μια λέξη που θα ήταν μικρή, καθαρή, κομψή και θα μπορούσε να την προφέρει κανείς χωρίς δυσκολία. Ήθελε μια λέξη που θα εμπεριείχε μια ηθική στάση και θα τρόμαζε, προκαλώντας την άμεση καταδίκη. Μια λέξη «νέα, φρέσκια, συγκεκριμένη», που θα σηματοδοτούσε ένα έγκλημα. Τελικά επινόησε τη λέξη που στα αγγλικά έχει ρίζες σε δύο ευρωπαϊκές γλώσσες, δηλαδή στην ελληνική και τη λατινική: genocide - γενοκτονία.
Η πρώτη επίσημη χρήση της λέξης έγινε από το δικαστήριο της Νυρεμβέργης το 1946. Χάρη στις ακούραστες προσπάθειες του Λέμκιν ο ΟΗΕ υιοθέτησε τη Συνθήκη για την πρόληψη και καταστολή του εγκλήματος της γενοκτονίας στις 9 Δεκεμβρίου 1948.
Όλη μέρα έψαχναν τα μέσα μαζικής ενημέρωσης να βρουν τον εμπνευστή της Συνθήκης αλλά δεν τον έβρισκαν πουθενά. Τελικά, οι δημοσιογράφοι τον βρήκαν μετά από ώρες - μόνο του μέσα στη μεγάλη αίθουσα του ΟΗΕ, να κλαίει σαν να έσπαγε η καρδιά του. Δεν είχε κανέναν με τον οποίο μπορούσε να μοιραστεί ό,τι συνέβη εκείνη τη μέρα. «Η Συνθήκη είναι ο επιτάφιος για τη μητέρα μου», τους είπε. Μπήκε στο νοσοκομείο και παραλίγο να πεθάνει. Υπέφερε, έγραψε στα απομνημονεύματά του, από γενοκτονίτιδα, «εξάντληση από το έργο της Συνθήκης».
Η ιστορία δεν τελειώνει εδώ. Οι χώρες έπρεπε να επικυρώσουν τη Συνθήκη. Η Ελλάδα υπέγραψε στις 19 Δεκεμβρίου του 1949 και η Συνθήκη κυρώθηκε από τη Βουλή το 1954. Μένει ένα μέρος (για το διεθνές δικαστήριο) να επικυρωθεί από το επίσημο κράτος.
Ο Λέμκιν πέθανε το 1959 (μόνο εφτά άνθρωποι πήγαν στην κηδεία του), χωρίς να δει τη Συνθήκη να επικυρώνεται από τη δεύτερη πατρίδα του, την Αμερική. Στην Αμερική επικυρώθηκε μόνο το 1986, χάρις στις ακούραστες προσπάθειες του φιλέλληνα γερουσιαστή Ουίλιαμ Πρόξμαϊρ, που έκανε τρεις χιλιάδες ομιλίες μέχρι να πείσει τη Γερουσία. Από τη Συνθήκη αφαιρέθηκε η παράγραφος για το διεθνές δικαστήριο, με τη λογική ότι Αμερικανοί πολίτες δεν μπορούν να δικάζονται από ξένα δικαστήρια. Η τελευταία πράξη του Κλίντον (τον Ιανουάριο του 2001) ήταν να υπογράψει και τη διεθνή συνθήκη για τα δικαστήρια. Ο Μπους, όταν ανέλαβε την προεδρία της Αμερικής, ακύρωσε την εντολή του Κλίντον.