ΚΡΙΤΙΚΕΣ

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

Κριτικές για το βιβλίο “Ο Κλεπτομνήμων”

ΚΡΙΤΙΚΗ

Ο ήρωας. Το όνομα του ήρωα στο μυθιστόρημα Ο Κλεπτομνήμων είναι Φρανκ Πόστλουαϊτ. Ενα όνομα καθαρά αμερικανικό, που ο συγγραφέας, ο οποίος σπούδασε στο Πρίνστον και στο Γέιλ, το «δανείστηκε» από έναν καθηγητή του. Από τον μυθιστορηματικό καθηγητή Αρτσερ, τον οποίο υπηρετεί, ο Φρανκ κληρονομεί μια σφαίρα, με την οποία μπορεί να παγιδεύει τις μνήμες. Αλλωστε «το μέλλον ανήκει στους κυνηγούς. Για μια χούφτα δολάρια, ο κυνηγός θα αποθηκεύει τις πιο περίεργες μνήμες, τις πιο αλλόκοτες εμπειρίες, ό,τι κρύβεται στον νου μας». Ο Αρτσερ είναι ένα είδος πατέρα για τον Φρανκ. Οταν ο Αρτσερ πεθαίνει, ο ήρωας μένει χωρίς άγκυρα. Ο πατέρας υπάρχει στο ασυνείδητο του συγγραφέα Νίκου Παπανδρέου, είναι ένα στοιχείο αυτοβιογραφικό και από την άποψη αυτή Ο κλεπτομνήμων συνδέεται απολύτως με το Δέκα μύθοι και μια ιστορία.
Η μνήμη. Η επινόηση του Αρτσερ βοηθάει τον ήρωα να δημιουργήσει το αφηγηματικό μωσαϊκό της Αμερικής. Ενα μωσαϊκό εμπειριών αλλά και ένα μωσαϊκό γλωσσών. Βρίσκουμε εδώ την έννοια του Μπαχτίν για το «πολυφωνικό αφήγημα». Ο ήρωας, ως φοιτητής κλασικών σπουδών, ξέρει ότι η πρώτη πολυφωνική αφήγηση είναι ο Ομηρος. Αναφέρεται στον Ομηρο, κυρίως στην Ιλιάδα, όχι όμως στους βασιλείς και στους αρχηγούς αλλά στους ανώνυμους, σε έναν Θερσίτη, που ο ήρωας τον φαντάζεται να γυρίζει στους δρόμους της Νέας Υόρκης, άστεγο, κρατώντας ένα κύπελλο γεμάτο ψιλά, ξεχασμένο απ όλους. Η λειτουργία της αφήγησης αναδεικνύει την ιστορική γνώση. Στο μυθιστόρημα υπάρχει πολύ παρελθόν, πολύ παρόν και πολύ μέλλον. Κυρίως υπάρχει όμως η μετάβαση, ο χρόνος της μετάβασης από το παρόν στο παρελθόν και από το παρόν στο μέλλον.
Το τεχνολογικό υπόβαθρο. Ολες οι έρευνες που γίνονται στις ΗΠΑ γύρω από το μυαλό και τη λειτουργία της μνήμης. Να σε καλωδιώσουν και να δουν τα συναισθήματά σου. Να σου φορέσουν ένα καπέλο, να σου ζητήσουν να σκεφτείς ένα χρώμα και το χρώμα αυτό να φανεί στην οθόνη. Να αποτυπώσουν πιο βαθιά την πιο έντονη μνήμη σου. «Νευροφερομόνες για την πείνα, ενδορφίνες και αδρεναλίνη για τη διέγερση, στέρηση μελατονίνης για την κατάθλιψη – σαν τους στοχαστές του Μεσαίωνα που επικαλούνταν τα τέσσερα υγρά για να εξηγήσουν όλες τις ανθρώπινες διαθέσεις». Μια μηχανιστική αντιμετώπιση της μνήμης, ο άνθρωπος σαν χημικό εργοστάσιο, που μπορεί να οδηγεί σε τρομερές ανακαλύψεις αλλά ταυτόχρονα απαξιώνει την ανθρώπινη υπόσταση.
Ο τεχνολογικός κίνδυνος. Η τεχνολογία διασπάει την προσωπικότητά μας, το attention span, δηλαδή το για πόσο χρόνο μπορεί να είμαστε συγκεντρωμένοι σε ένα πράγμα. «Μπορούμε να φανταστούμε σήμερα κάποιον Τόυνμπη;» αναρωτιέται ο Νίκος Παπανδρέου. Μπορούμε, αλλά θα είναι η εξαίρεση. Ισως γι αυτό δεν έχουμε σήμερα μεγάλους συγγραφείς, μεγάλους καλλιτέχνες, ανθρώπους αφοσιωμένους. Σε ένα σημείο του βιβλίου διαβάζουμε: «Οι Βρετανοί ισχυρίζονται ότι η αυτοκρατορία τους στηρίχτηκε πάνω σε άντρες που έκαναν κρύα ντους κάθε πρωί και γνώριζαν να κλίνουν ανώμαλα ρήματα στα αρχαία ελληνικά. Αυτές είναι απαραίτητες προϋποθέσεις για να κατακτήσεις τον κόσμο». Οχι, σήμερα ήρωας δεν μπορεί να γίνει ένας πολυμαθής, ένας στρατηγός που διαβάζει Ντάντε. Τον κόσμο τον κατακτάει ένας ημιμαθής, ο Μπιλ Γκέιτς για παράδειγμα, που μπορεί να αγοράζει τέχνη αλλά παραμένει ημιμαθής, με την κλασική έννοια.
Οι αντιθέσεις του ήρωα. Ο Φρανκ Πόστλουαϊτ είναι φοιτητής κλασικών σπουδών στο Πρίνστον, «ο Φρανκ σπουδάζει τους αρχαίους». Ζει ανάμεσα στον κλασικό κόσμο και στον σύγχρονο. Ζει μια αντίθεση. Μολονότι δεν είναι θετικός επιστήμονας αλλά φοιτητής ανθρωπιστικών επιστημών, παγιδεύεται. Οι ψυχολογικές του ανάγκες λειτουργούν έτσι ώστε να τον κάνουν να συμβαδίσει με τις ανάγκες της αγοράς. «Οι καινοτομίες του Αρτσερ πρέπει να βγούνε τώρα στην αγορά, πριν μας προλάβει ο ανταγωνισμός». Από την άποψη αυτή εκφράζει τον σύγχρονο άνθρωπο, τις αντιφάσεις της καθημερινότητάς μας, ανάμεσα στην παράδοση και στο εξαιρετικά μοντέρνο.
Η ιδιαιτερότητα του ήρωα. Ο Φρανκ είναι διασπασμένη προσωπικότητα. Οι πολλές αφηγήσεις τις οποίες συλλέγει δεν τον αφήνουν να έχει τη δική του. Ζει για τους άλλους και μέσα από τους άλλους.
Η αλληγορία. Η Ελλάδα είναι κλασικό παράδειγμα κοινωνίας όπου οι άνθρωποι ζουν για τους άλλους, όπου δεν υπάρχουν σαφή όρια της προσωπικότητας. «Δεν ενηλικιωνόμαστε» λέει ο Νίκος Παπανδρέου. «Μένουμε μια κοινωνία εφήβων. Ισως γι αυτό βλέπω 45ρηδες πολιτικούς να βγαίνουν στην τηλεόραση και, αντί να κάνουν διάλογο, κάνουν ψυχοθεραπεία».
Οι αναφορές. Το μυθιστόρημα δεν θα μπορούσε να ήταν ελληνικό, από τη στιγμή που όλες οι αναφορές δεν έχουν σχέση με την ελληνική αφηγηματική παράδοση. Πίσω από τον Κλεπτομνήμονα υπάρχει η ουτοπική λογοτεχνία, ο Οργουελ, ο Σουίφτ, μια λογοτεχνία που απέχει παρασάγγας από την επιστημονική φαντασία. Υπάρχουν ακόμη σύγχρονοι συγγραφείς, όπως ο Ευρωπαίος Πάτρικ Ζύσκιντ, το μυθιστόρημα του οποίου Το άρωμα «παίζει» με τις καταστάσεις της μνήμης, ή ο Αμερικανός Νίκολσον Μπέικερ, το βιβλίο του οποίου Φερμάτα περιστρέφεται γύρω από το σταμάτημα του χρόνου. Και φυσικά υπάρχουν οι αναφορές στο σινεμά – κλασικό στοιχείο – ή σε εικόνες τέχνης, που είναι πια κωδικοποιημένες και έχουν περάσει στην καθημερινότητά μας, όπως έργα του Εγκον Σίλε ή του Νταβίντ. Παρά την τεχνολογία ο πλούτος του δυτικού – ουμανιστικού – πολιτισμού διατηρεί ακόμη τη δύναμή του.
Ο Νίκος Παπανδρέου κάνει με επιτυχία μια βουτιά στα βαθιά νερά του μυθιστορήματος. Εφτά χρόνια μετά το πολύ επιτυχημένο Δέκα μύθοι και μια ιστορία (1995) – το βιβλίο που τον επέβαλε, ένα είδος επινοημένων απομνημονευμάτων με ήρωα τον πατέρα του – και πέντε χρόνια μετά τη συλλογή διηγημάτων Λεπτή Γραμμή (1997), το τρίτο βιβλίο του είναι το μυθιστόρημα Ο κλεπτομνήμων, ένα μεταοργουελικό βιβλίο που, αν και δημιουργεί την εντύπωση ότι ανήκει στο είδος της επιστημονικής φαντασίας, είναι ένα πολιτικό – ψυχολογικό θρίλερ με τεχνολογικό υπόβαθρο. Ο ήρωας του Νίκου Παπανδρέου είναι ένας φοιτητής κλασικών σπουδών στο Πρίνστον που για να εξοικονομεί τα προς το ζην εργάζεται ως γραμματέας ενός γέρου καθηγητή. Από τον καθηγητή κληρονομεί μια εφεύρεση, μια σφαίρα με την οποία μπορεί να διαβάζει τις μνήμες των ανθρώπων. Ο φοιτητής με τη βοήθεια της σφαίρας ανασυγκροτεί έτσι για προσωπικούς λόγους την πολυφωνική μνήμη των Ηνωμένων Πολιτειών. Γρήγορα όμως, όπως συμβαίνει σχεδόν πάντοτε με τις επιστημονικές – ανιδιοτελείς – εφευρέσεις, η σφαίρα θα περάσει στον χώρο του εμπορίου. Θα ανοίξει η μεγάλη αγορά των αναμνήσεων και θα εμπορευματοποιηθεί ό,τι πιο κρυφό και ό,τι πιο ακριβό είχε ως τώρα ο άνθρωπος. «Ταξίδι στο αγαπημένο σας παρελθόν. Ζήστε τον πόλεμο του Αφγανιστάν όπως έγινε». Οι ολοσέλιδες διαφημίσεις της μυθιστορηματικής εταιρείας Xircon, που παράγει μαζικά τη σφαίρα, μπορεί να μοιάζουν ότι μας έρχονται από το μέλλον αλλά ποτέ ο κόσμος δεν προχωρούσε με τόσο αστραπιαία ταχύτητα. Ο κλεπτομνήμων μπορεί να είναι κιόλας ανάμεσά μας.
Ο Νίκος Παπανδρέου άρχισε να γράφει το μυθιστόρημά του το 1998· εντατικά δούλεψε όμως τα δύο τελευταία χρόνια. Ενδιαμέσως τον απασχόλησε το είδος της δοκιμιακής γραφής, συγκεκριμένα ένα δοκίμιο για την αφήγηση στον πολιτικό λόγο, εστιασμένο στον λόγο του πατέρα του Ανδρέα Παπανδρέου. Το δοκίμιο αυτό, που είναι ολοκληρωμένο και θα κυκλοφορήσει μάλλον στο τέλος του χρόνου, γράφτηκε απευθείας στα ελληνικά, μολονότι η λογοτεχνική γλώσσα του Παπανδρέου, δηλαδή η γλώσσα της πρωτογενούς δημιουργίας του, η γλώσσα στην οποία γίνεται η πρώτη γραφή, είναι τα αγγλικά. Με βάση τα αγγλικά γίνεται ένα «πήγαινε-έλα» ανάμεσα στις δύο γλώσσες, μια διαδραστική γλωσσική διαδικασία, που πολλές φορές καταλήγει στο ξαναγράψιμο προτάσεων ή και ολόκληρων παραγράφων. Με αφορμή τον Κλεπτομνήμονα, μια συζήτηση με τον Νίκο Παπανδρέου μας οδηγεί αναπόφευκτα στο εργαστήρι του και στα υλικά της γραφής του. Επρεπε να γίνει αυτό, γιατί ως τώρα η, δημοσιογραφική κυρίως, αντιμετώπισή του στόχευε περισσότερο τον Παπανδρέου παρά τον συγγραφέα.

ΝΙΚΟΣ ΜΠΑΚΟΥΝΑΚΗΣ
ΤΟ ΒΗΜΑ , 23-06-2002

ΚΡΙΤΙΚΗ

Υστερα από δύο συλλογές διηγημάτων, ο Νίκος Παπανδρέου γράφει το πρώτο του μυθιστόρημα, προτιμώντας τη δεύτερη μητρική του γλώσσα, τα αγγλικά. Δεν είναι η πρώτη φορά που Ελληνας συγγραφέας χειρίζεται εξίσου καλά δύο γλώσσες και -το σπουδαιότερο- νιώθει και επικοινωνεί το ίδιο καλά με τον κόσμο που αυτές φέρουν και εκφράζουν, όπως λόγου χάριν το έπραξε η αποδημούσα Καίη Τσιτσέλη, το πράττει ο Βασίλης Αλεξάκης, από τους παλαιότερους, και άρχισε να το επιχειρεί προσφάτως και η Σώτη Τριανταφύλλου, από τους νεότερους συγγραφείς μας. Αν δεν πρόκειται για πόζα, αλλά για βιωματική σχέση με την άλλη γλώσσα, τότε ουδέν μεμπτόν στην περίπτωση. Και στον Νίκο Παπανδρέου, ο οποίος έχει από την παιδική του ηλικία ζυμωθεί με την αγγλική, ζώντας και μεγαλώνοντας στις ΗΠΑ, η συγγραφή στη γλώσσα αυτή φαντάζει απολύτως φυσική. Πολύ περισσότερο που το ίδιο το μυθιστόρημα, το οποίο μας προσφέρει, και διαδραματίζεται σε βορειοαμερικανικό έδαφος αλλά και φέρει όλα τα βορειοαμερικανικά ιδιοσυγκρασιακά γνωρίσματα. Θέλω να πω πως ό,τι συμβαίνει στο μυθιστόρημα του Νίκου Παπανδρέου, μόνο στις ΗΠΑ -τουλάχιστον προς το παρόν- θα μπορούσε να συμβεί. Ετσι, ο χώρος, οι άνθρωποι που τον κατοικούν και οι συμπεριφορές τους, το θέμα και η γλώσσα δένουν απολύτως. Εμείς βεβαίως διαβάζουμε το μυθιστόρημα στην ελληνική γλώσσα (την πρώτη «μεταφορά» έκανε ο Ερρίκος Μπαρτζινόπουλος, σημειώνει ο συγγραφέας, γεγονός που πιθανολογεί και μια δική του γενναία παρέμβαση) και ίσως χάνουμε σε αποχρώσεις και ημιτόνια, δεν νομίζω όμως πως οι απώλειες είναι τόσο σημαντικές, ώστε να αλλοιώνεται ό,τι τελικά αποκομίζουμε.

Η πείνα για την αλλότρια μνήμη

Το πρώτο συν στο μυθιστόρημα του Νίκου Παπανδρέου είναι η πρωτοτυπία του ευρήματός του. Ο ήρωας του, ένας μεταπτυχιακός φοιτητής κλασικών σπουδών, στο Πανεπίστημιο του Πρίνστον, συναινεί στο να συμμετάσχει στο πείραμα της μεταφοράς της μνήμης μέσω μιας ειδικής σφαίρας που έχει κατασκευάσει ο ιδιοφυής καθηγητής της Νευροβιολογίας και Βιοχημικής Αρτσερ, ο οποίος βρίσκεται σε προχωρημένη ηλικία και έχει ήδη αρχίσει να εκδηλώνει συμπτώματα της νόσου Αλτσχάιμερ. Οταν ύστερα από λίγο ο Αρτσερ πεθαίνει, ο Φρανκ κρατάει τη σφαίρα, αντί να την παρουσιάσει, ως θα όφειλε, στην επιστημονική κοινότητα και αρχίζει να επιδίδεται στην κλοπή της μνήμης όσων κρίνει ότι μπορεί να παρουσιάζει ενδιαφέρον. Η επιλογή του Φρανκ από τον Αρτσερ δεν ήταν τυχαία. Ο 22χρονος φοιτητής είχε αναπτύξει μέσα του το συναίσθημα της συμπάθειας και μια ικανότητα να πλησιάζει τους ανθρώπους, επειδή ο πατέρας του συνήθιζε να δέχεται αστέγους στο σπίτι τους. Κατά τ άλλα ο Φρανκ, εκτός από την εμμονή του για τις κλασικές σπουδές, είναι ένας νέος χωρίς ιδιαίτερα ενδιαφέροντα και το σπουδαιότερο, χωρίς να έχει ζήσει κάτι συγκλονιστικό, άρα να θυμάται. Ετσι, το κυνήγι της αλλότριας μνήμης γίνεται αφορμή ώστε να μετατραπεί σ έναν αδηφάγο κλεπτομνήμονα, που η κλοπή της μνήμης του άλλου τον γεμίζει ηδονή και του δημιουργεί έντονα συναισθήματα. «Εγώ βρισκόμουν σε κατάσταση έξαψης, λύσσας, ευτυχίας, μέθης και λαιμαργίας. Αυτή ήταν η Δική μου η Στιγμή. Ολόδική μου». Στο παιχνίδι βάζει και την κοπέλα με την οποία είναι ερωτευμένος. Μεταξύ τους αναπτύσσεται μία σχέση αλληλομεταφοράς της μνήμης, με αποτέλεσμα να έλθει ο ένας στη θέση του άλλου, δηλαδή να κινδυνεύουν να χάσουν τον εαυτό τους. Ωστόσο, μια τέτοια εφεύρεση που μπορεί να δημιουργήσει κοσμογονικές αλλαγές στην ανθρωπότητα δεν είναι δυνατόν να ξεφύγει από τη βιομηχανία του κέρδους. Ηδη, ένας άλλος ερευνητής του Πρίνστον που γνώριζε τα πειράματα του Αρτσερ, ύστερα από πολλές πιέσεις, πείθει τον Φρανκ να δώσει τη σφαίρα σε μεγάλη εταιρεία, η οποία χρηματοδοτεί έρευνες και επενδύει σ αυτές, ώστε να μετατραπεί σε εμπορεύσιμο είδος. Με άλλα λόγια, να βγει η μνήμη του κόσμου στο σφυρί! Από τη στιγμή όμως που ενδίδει, αρχίζει για τον Φρανκ ο προσωπικός του ευτελισμός.
Το εύρημα του Νίκου Παπανδρέου είναι πραγματικά εξαιρετικό. Και δεν νομίζω πως θα μπορούσε να επιλέξει καλύτερο μυθιστορηματικό χώρο από τις ΗΠΑ, μια χώρα που η συλλογική της μνήμη αποτελείται κυρίως από αλλότριες μνήμες. Μια χώρα που οι θετικές επιστήμες και οι ανακαλύψεις τους κυριαρχούν σε σχέση με τις ανθρωπιστικές επιστήμες και δεν είναι τυχαίο πως ο Φρανκ ακολουθεί κλασικές σπουδές και η κοπέλα του ασχολείται με τη Γαλλική Επανάσταση. Το λοξό κοίταγμα προς την Ευρώπη και το μνημειακό της πλούτο είναι σαφές. Δεν θα μπορούσε επίσης πουθενά αλλού παρά μόνο στις ΗΠΑ να επιχειρείται ακόμα και η πώληση της ανθρώπινης μνήμης και των συναισθημάτων, όπως προσπαθούν και το πετυχαίνουν στο μυθιστόρημα του Ν.Π. οι αντιπρόσωποι της «Hircon». Ακόμη, οι χαρακτήρες που πλάθει ο συγγραφέας, βλέπουν τη ζωή και αντιδρούν με τρόπο που συνάδει απολύτως με το χώρο μέσα στον οποίο διαδραματίζεται η ιστορία τους. Εκείνος που παραπαίει και δείχνει να μετεωρίζεται, καθώς προσπαθεί να ξεφύγει από τις επιβαλλόμενες νόρμες, είναι βέβαια ο κεντρικός ήρωας, ο Φρανκ, ο οποίος όμως δεν αντέχει τελικά και συναινεί. Ο Νίκος Παπανδρέου, μέσα από το μυθιστορηματικό του εύρημα, θίγει ένα ιδιαίτερα επίκαιρο και ακανθώδες ζήτημα. Ως πού μπορεί να φτάσει η σύγχρονη επιστήμη και τι μπορεί να συμβεί όταν αυτή διαπλέκεται, πέραν κάθε έννοιας ηθικής, με την παμφάγα Αγορά; Πολύ περισσότερο όταν το εμπόρευμα είναι η συλλογική ή η ατομική μνήμη; Πρόκειται, λοιπόν, για ένα μυθιστόρημα που επαγγέλλεται ένα ηθικό στάτους καταγγέλλοντας ένα άλλο ως ανήθικο; Κάθε άλλο. Ο Νίκος Παπανδρέου δεν φαίνεται να επιθυμεί να σοβαρέψει, να βαρύνει ή να καταστήσει πολύπλοκο το μυθιστόρημά του. Κάτι τέτοιο εξάλλου ακούγεται περισσότερο ευρωπαϊκό παρά βορειοαμερικανικό. Αντιθέτως, επιλέγει πιο ανάλαφρους τόνους, αρκετό χιούμορ και σίγουρα όχι μαύρο. Τα επεισόδια που ακολουθούν το ένα μετά το άλλο είναι καλοδουλεμένα, οι περιγραφές, ρεαλιστικές και αληθοφανείς, οι διάλογοι, απλοί, ο ρυθμός της πλοκής, ελεγχόμενος και σταδιακά εντεινόμενος, ιδιαίτερα στο δεύτερο μέρος του μυθιστορήματος, όταν ο Φρανκ προσχωρεί στη «Hircon». Ωστόσο, η τελική εντύπωση είναι πως, ενώ όλα είναι σωστά και καλοδουλεμένα, ενώ το εύρημα είναι εξαιρετικό, το μυθιστόρημα δεν καταφέρνει ν απογειωθεί και να δημιουργήσει τις εκρήξεις που θα περίμενε κανείς, ακριβώς εξαιτίας του θέματός του.

ΕΛΕΝΑ ΧΟΥΖΟΥΡΗ
ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ – 20/09/2002

Leave a Reply